τυφλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τυφλός¹

Where it comes from

τυφλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τυφλός

adjective τυφλός · τυφλή · τυφλό · τυφλού · τυφλής

  1. που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.g

    Similar: στραβός, αόμματος

  2. που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά τυφλό σύστημα γραφομηχανής
  3. figuratively, μεταφορικά που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα τυφλός από θυμό
  4. που τυφλώνει, στερεί την κρίση τυφλό μίσος
  5. που δεν έχει άνοιγμα τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
  6. που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου τυφλό τραύμα

    Opposite: διαμπερής

Τυφλός²

Where it comes from

Τυφλός < τυφλός

proper noun Τυφλός · Τυφλοί · Τυφλού · Τυφλών · Τυφλό · Τυφλούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τυφλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τυφλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"τυφλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυφλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}