ميكوين

τυχαίνω

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

τυχαίνω

  • tiˈçe.no

من أين أتت

τυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχαίνω < αρχαία ελληνικά τυγχάνω

فعل τυχαίνω · τύχαινα · έτυχα · θα τυχαίνω

  1. στο γ΄ πρόσωπο συμβαίνει κάτι κατά τύχη Έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα.
  2. στο γ΄ πρόσωπο, και με γενική πτώση αντωνυμίας μου τυχαίνει Σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα.
  3. αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης Τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα.
  4. στον αόριστο βρέθηκα, ήμουν κάπου παρών Έτυχα σε μια συγκέντρωση, και συνάντησα ένα συμμαθητή απ' το δημοτικό.
  5. Χρειάζεται επεξεργασία → χρειάζεται παράθεμα με τύπους στον ενεστώτα

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"τυχαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τυχαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"τυχαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τυχαίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}