τυχαίνω
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
τυχαίνω
- tiˈçe.no
من أين أتت
τυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχαίνω < αρχαία ελληνικά τυγχάνω
فعل τυχαίνω · τύχαινα · έτυχα · θα τυχαίνω
- συμβαίνει κάτι κατά τύχη Έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα.
- μου τυχαίνει Σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα.
- αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης Τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα.
- βρέθηκα, ήμουν κάπου παρών Έτυχα σε μια συγκέντρωση, και συνάντησα ένα συμμαθητή απ' το δημοτικό.
- → χρειάζεται παράθεμα με τύπους στον ενεστώτα
بالإنجليزية
- happen to occur
- come across find, usually by accident
- chance upon to find (someone or something) by chance
تحدّث عن هذه الكلمة "τυχαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τυχαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "τυχαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {τυχαίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}