τύμβος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τύμβος

  • ˈtiɱ.vos

Where it comes from

τύμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύμβος

noun τύμβος · τύμβοι · τύμβου · τύμβων · τύμβο · τύμβους

  1. αρχαιολογία τεχνητός λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού «Ερευνούμε την συστάδα των Τημενιδών που βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του νεκροταφείου των τύμβων και σημαδεύει την πορεία του αρχαίου δρόμου, ο οποίος οδηγούσε από την βορειοδυτική πύλη της πόλης -όπου η ταφική συστάδα των βασιλισσών- προς την περιοχή που θάφτηκε ο Φίλιππος Β ΄ και ο Αλέξανδρος

    Similar: τούμπα

  2. τάφος επίσημου προσώπου με επιτύμβια στήλη
  3. broadly, κατ’ επέκταση η επιτύμβια στήλη με εικόνα ή ανάγλυφο του νεκρού

Similar: τυμβόλοφος

Thesaurus

noun

Similar: τυμβόλοφος

Talk about this word

Cite this
MLA

"τύμβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τύμβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82

Chicago

"τύμβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τύμβος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}