τύμβος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τύμβος
- ˈtiɱ.vos
Where it comes from
τύμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύμβος
noun τύμβος · τύμβοι · τύμβου · τύμβων · τύμβο · τύμβους
-
τεχνητός λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού
«Ερευνούμε την συστάδα των Τημενιδών που βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του νεκροταφείου των τύμβων και σημαδεύει την πορεία του αρχαίου δρόμου, ο οποίος οδηγούσε από την βορειοδυτική πύλη της πόλης -όπου η ταφική συστάδα των βασιλισσών- προς την περιοχή που θάφτηκε ο Φίλιππος Β ΄ και ο Αλέξανδρος
Similar: τούμπα
- τάφος επίσημου προσώπου με επιτύμβια στήλη
- η επιτύμβια στήλη με εικόνα ή ανάγλυφο του νεκρού
Similar: τυμβόλοφος
Thesaurus
noun
Similar: τυμβόλοφος
Talk about this word "τύμβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τύμβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82 "τύμβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τύμβος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}