τύμπανο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τύμπανο
- ˈtim.ba.no
Where it comes from
τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπαν(ον) με κατάληξη -ο
: για τον όρο της ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tympan > λατινικά tympanum < αρχαία ελληνική τύμπανον
noun τύμπανο · τύμπανα · τυμπάνου · τύμπανου · τυμπάνων
- κυλινδρικό κρουστό όργανο που παράγει ήχο από τον παλμό μεμβράνης στερεωμένης σε μεταλλικό ή άλλο κοίλο αντηχείο
- ημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί
- η εσωτερική επιφάνεια στο αέτωμα με σχήμα τριγώνου
- τύμπανο κίονος
- στις ρομανικές και γοτθικές εκκλησίες, χώρος ανάμεσα στο ζύγωμα και το περίτοξο μιας πύλης
- κάθε επιφάνεια πάνω από το άνοιγμα στην πρόσοψη κτιρίου, συνήθως τριγωνικού σχήματος
- κυκλικός ή ελλιπτικός ή πολυγωνικός τοίχος που στηρίζει τον τρούλο ναών ή το θόλο
- κύλινδρος πρέσας ή άλλος κύλινδρος μηχανήματος ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάτα
In English
Talk about this word "τύμπανο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. τύμπανο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF "τύμπανο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τύμπανο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}