υγιεινή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υγιεινή
- i.ʝi.iˈni
Where it comes from
υγιεινή < (λόγιο δάνειο) γαλλική hygiène < αρχαία ελληνική ὑγιεινός. Μορφολογικά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υγιεινός
noun υγιεινή · υγιεινές · υγιεινής · υγιεινών
- το σύνολο των ενεργειών και των κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας του οργανισμού ※ Κάποιες έρευνες επίσης δείχνουν ότι η καλύτερη στοματική υγιεινή συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα καρδιακών παθήσεων. (kathimerini.gr 04.05.2023)
- η καθαριότητα, ως ενέργεια που συμβάλλει στη διατήρηση της καλής υγείας
- κλάδος της ιατρικής με αντικείμενο τις μεθόδους για την προστασία της υγείας υγιεινολογία
adjective υγιεινή · υγιεινές · υγιεινής · υγιεινών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγιεινός
In English
- sanitation the policy and practice
- hygiene conditions and practices that promote and preserve health
Talk about this word "υγιεινή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. υγιεινή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE "υγιεινή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υγιεινή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}