υδατάνθρακας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υδατάνθρακας

  • i.ðaˈtan.θɾa.kas

Where it comes from

υδατάνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑδατάνθρ(αξ) + -ακας < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική hydrate de carbone. Μορφολογικά αναλύεται σε υδατ- + άνθρακας.

noun υδατάνθρακας · υδατάνθρακες · υδατάνθρακα · υδατανθράκων

  1. κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιλαμβάνει πολυυδροξυλιωμένα παράγωγα των αλδεϋδών και των κετονών (το μόριό τους περιέχει αλδεϋδική ή κετονική ομάδα και 1-5 αλκοολικά υδροξύλια). Πρόκειται, δηλαδή, για πολυυδροξυαλδεϋδες ή αλδόζες και πολυυδροξυκετόνες ή κετόζες αντίστοιχα
  2. broadly, κατ’ επέκταση κάθε σώμα που όταν υδρολυθεί δίνει τις παραπάνω ενώσεις. Είναι πολύ διαδεδομένοι στη φύση και πολύ μεγάλης σπουδαιότητας αφού αποτελούν μια από τις κυριότερες θρεπτικές ύλες για τον άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά.

Similar: σάκχαρο

Thesaurus

noun

Similar: σάκχαρο

In English

  • carbohydrate organic compounds such as sugar, starch or cellulose

Talk about this word

Cite this
MLA

"υδατάνθρακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υδατάνθρακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"υδατάνθρακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υδατάνθρακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}