υλικό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υλικό

  • i.liˈko

Where it comes from

υλικό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλικόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ὑλικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matériel

noun υλικό · υλικά · υλικού · υλικών

  1. η ύλη, οι ουσίες με χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχει κάτι Από τι υλικό είναι φτιαγμένο;
  2. σύνολο στοιχείων ή μέσων έμψυχο και άψυχο υλικό
  3. τα βασικά στοιχεία μιας μελέτης, έρευνας, δημιουργίας Στο διδακτορικό θα χρησιμοποιήσω υλικό από την πτυχιακή μου εργασία.
  4. πληροφορική hardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό.

    Similar: υλισμικό, λογισμικό

Opposite: άυλο, λογισμικό

adjective υλικό · υλικά · υλικού · υλικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υλικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υλικός

Thesaurus

noun

Opposite: άυλο, λογισμικό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υλικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υλικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"υλικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υλικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}