υλικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υλικό
- i.liˈko
Where it comes from
υλικό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλικόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ὑλικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matériel
noun υλικό · υλικά · υλικού · υλικών
- η ύλη, οι ουσίες με χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχει κάτι Από τι υλικό είναι φτιαγμένο;
- σύνολο στοιχείων ή μέσων έμψυχο και άψυχο υλικό
- τα βασικά στοιχεία μιας μελέτης, έρευνας, δημιουργίας Στο διδακτορικό θα χρησιμοποιήσω υλικό από την πτυχιακή μου εργασία.
- hardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό.
Thesaurus
In English
- material matter
Talk about this word "υλικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. υλικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C "υλικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υλικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}