υπέρταση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπέρταση
Where it comes from
υπέρταση < ελληνιστική κοινή ὑπέρτασις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hypertension)
noun υπέρταση · υπερτάσεις · υπέρτασης · υπερτάσεων
- η μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση ※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση. (https://www.kathimerini.gr/world/323618/nai-i-ochi-sta-pseydofarmaka εφημερίδα Καθημερινή, 28.05.2008])
- η μεγαλύτερη από το κανονικό τάση σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο ※ παρά τη λήψη όλων των δυνατών μέτρων από τη ΔΕΗ είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο να αποκλεισθεί εντελώς η εμφάνιση διαταραχών της τάσης (μειώσεις της τάσης, υπερτάσεις, διακοπές βραχείας ή μακράς διάρκειας κ.λπ.) (από το δικτυακό τόπο της ΔΕΗ)
Opposite: υπόταση
Thesaurus
noun
Opposite: υπόταση
In English
- hypertension abnormally high blood pressure
Talk about this word "υπέρταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υπέρταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "υπέρταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπέρταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}