υπόταση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπόταση
Where it comes from
υπόταση < αρχαία ελληνική ὑπότασις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hypotension)
noun υπόταση · υποτάσεις · υπότασης · υποτάσεων
- αρτηριακή πίεση που είναι μικρότερη από τη φυσιολογική ※ Άπαντες εμφανίζουν μεγάλη απώλεια του αρχικού σωματικού βάρους, αρκετοί πέραν του 10%, παρουσιάζουν συχνές υπογλυκαιμικές κρίσεις, ορθοστατική υπόταση ως και άλλες σοβαρές δυσλειτουργίες των λοιπών συστημάτων (καρδιαγγειακού, πεπτικού, ενδοκρινολογικού κ.λπ.). (Εφημερίδα των Συντακτών, 23/3/2015)
Opposite: υπέρταση
Thesaurus
noun
Opposite: υπέρταση
In English
- hypotension disease of abnormally low blood pressure
Talk about this word "υπόταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υπόταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "υπόταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπόταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}