υπαίτιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπαίτιος
Where it comes from
υπαίτιος < αρχαία ελληνική ὑπαίτιος < ὑπό και αἰτία
adjective υπαίτιος · υπαίτια · υπαίτιο · υπαίτιου · υπαίτιας
- αυτός που ευθύνεται για κάτι, χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια. ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοπο
Similar: υπεύθυνος
Thesaurus
adjective
Similar: υπεύθυνος
Talk about this word "υπαίτιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υπαίτιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82 "υπαίτιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπαίτιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}