υποβιβασμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποβιβασμός

Where it comes from

υποβιβασμός < (ελληνιστική κοινή) (=μετάβαση προς τα κάτω) < ὑποβιβάζω < ὑπό + βιβάζω

noun υποβιβασμός · υποβιβασμοί · υποβιβασμού · υποβιβασμών · υποβιβασμό · υποβιβασμούς

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποβιβάζω
  2. πτώση ηθική ή αξιολογική Ανησυχούμε για τον υποβιβασμό της παιδείας.
  3. τοποθέτηση ενός ατόμου, ομάδας, πράγματος κ.λπ. σε κατώτερη θέση Το αθλητικό δικαστήριο αποφάσισε τον υποβιβασμό της ομάδας στην Δ΄ Κατηγορία λόγω του σκανδάλου των πουλημένων αγώνων.

Similar: κατάπτωση, κατέβασμα · Opposite: ανόρθωση, άνοδος

Thesaurus

In English

  • degradation act of reducing in rank, character, or reputation, or of abasing
  • relegation act of being relegated

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποβιβασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποβιβασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"υποβιβασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποβιβασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}