υπογειώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπογειώνω

Where it comes from

υπογειώνω < υπόγειος + -ώνω

verb υπογειώνω · υπογειώνομαι · υπογείωνα · θα υπογειώνω · να υπογειώνω

  1. literally, κυριολεκτικά κάνω κάτι υπόγειο, να βρίσκεται ή να περνά κάτω από το έδαφος Τουλάχιστον, ανακατασκευάζοντας τα πεζοδρόμια να υπογειώσουν τις απολήξεις υδρορροών.(*)
  2. figuratively, μεταφορικά κρύβω κάτι, δεν το εκθέτω ξεκάθαρα και απαιτείται προσπάθεια για να ανακαλυφθεί ή να γίνει κατανοητό Η ισορροπία αυτή του συνθέματος στηρίζεται στην υπογειωμένη αξιοποίηση του αριθμού επτά ως οργανωτικού άξονα, στις ηχητικές ανταποκρίσεις και τα σταθερά σχήματα επαλληλίας, στην άκρως εκλεπτυσμένη εσωτερική αρμονία των στίχων και των στροφών και, κυρίως, στο σχήμα του κύκλου και της καρκινικού τύπου

In English

  • underground to route electricity distribution cables underground

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπογειώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπογειώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"υπογειώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπογειώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}