υπομονή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπομονή¹
- i.po.moˈni
Where it comes from
υπομονή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὑπομονή < ὑπομένω
noun υπομονή · υπομονές · υπομονής · υπομονών
- η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες
Similar: καρτερικότητα · Opposite: ανυπομονησία, βιασύνη
Υπομονή²
Where it comes from
Υπομονή < υπομονή
proper noun Υπομονή
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
noun
Similar: καρτερικότητα · Opposite: ανυπομονησία, βιασύνη
In English
Talk about this word "υπομονή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. υπομονή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE "υπομονή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπομονή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}