υποσκάπτω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποσκάπτω
Where it comes from
υποσκάπτω < ελληνιστική κοινή ὑποσκάπτω (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική ὑποσκάπτω
verb υποσκάπτω · υποσκάπτομαι · υπέσκαπτα · θα υποσκάπτω · να υποσκάπτω
- υπονομεύω, κλονίζω, δυναμιτίζω, ναρκοθετώ ※ Ο Χέρμαν εν αγνοία της οικογενείας, είχε στήσει το δικό του παραμάγαζο, βασισμένους στους δικούς του προμηθευτές και πελάτες. ένας κύκλος δικών του έμπιστων ανθρώπων, πλαισίωνε την οικογενειακή επιχείρηση νομιμοφανώς. Απ' την άλλη, ασφαλώς, την υπέσκαπτε. (Άρης Ταστζιάν, Φατίμα: Το ένοχο μυστικό τ
In English
- undermine to dig, tunnel, hollow out as if making a cave or opening
Talk about this word "υποσκάπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. υποσκάπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89 "υποσκάπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποσκάπτω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}