υποτυπώδης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποτυπώδης

  • i.po.tiˈpo.ðis
  • i.po.tiˈpo.ðes

Where it comes from

υποτυπώδης < αρχαία ελληνική ὑποτυπόω / ὑποτυπῶ + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rudimentaire)

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1887

adjective υποτυπώδης · υποτυπώδες · υποτυπώδους

  1. που έχει αναπτυχθεί με ατελή τρόπο

    Similar: ανεξέλικτος, εμβρυώδης

  2. figuratively, μεταφορικά χωρίς πλήρη ανάπτυξη ※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε

    Similar: στοιχειώδης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποτυπώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποτυπώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82

Chicago

"υποτυπώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποτυπώδης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}