υπόθεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπόθεση
Where it comes from
υπόθεση < αρχαία ελληνική ὑπόθεσις < ὑποτίθημι
noun υπόθεση · υποθέσεις · υπόθεσης · υποθέσεων
- ένα θέμα που μας απασχολεί τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
- ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση
-
μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα
μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα
Similar: εικασία
- το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.
- βλ. συνώνυμο εικασία
- το πρώτο (αριστερό) μέρος της συνεπαγωγής αντώνυμο: συμπέρασμα
In English
- antecedent conditional part of a hypothetical proposition
- case piece of work
- hypothesis tentative conjecture in science
- affair that which is done or is to be done
- conjecture unproven statement; guess
- assumption supposition
- premise proposition antecedently supposed or proved
- supposition assumption
Talk about this word "υπόθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. υπόθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7 "υπόθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπόθεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}