υπόθεση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπόθεση

Where it comes from

υπόθεση < αρχαία ελληνική ὑπόθεσις < ὑποτίθημι

noun υπόθεση · υποθέσεις · υπόθεσης · υποθέσεων

  1. ένα θέμα που μας απασχολεί τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
  2. ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση
  3. μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα

    Similar: εικασία

  4. γραμματική το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.
  5. λογική, μαθηματικά βλ. συνώνυμο εικασία
  6. λογική το πρώτο (αριστερό) μέρος της συνεπαγωγής αντώνυμο: συμπέρασμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπόθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

υπόθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"υπόθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπόθεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}