φάλαγγα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φάλαγγα
Where it comes from
φάλαγγα < αρχαία ελληνική φάλαγξ
noun φάλαγγα · φάλαγγες · φάλαγγας · φαλαγγών
- παράταξη σώματος οπλιτών του στρατού ή παραστρατιωτικός σχηματισμός η μακεδονική φάλαγγα των αρχαίων Μακεδόνων, η λοξή φάλαγγα των Θηβαίων
- ένα από τα τρία επιμήκη οστά των δακτύλων -ένα από τα δύο στον αντίχειρα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού ονυχοφόροι φάλαγγες είναι άκρες φάλαγγες
- ο οριζόντιος μοχλός της ζυγαριάς από τον οποιο εξαρτώνται οι πλάστιγγες, η τρυτάνη του ζυγού
noun φάλαγγα · φάλαγγες · φάλαγγας · φαλαγγών
- βασανιστήριο στο οποίο οι βασανιστές ακινητοποιούν τα πόδια του κρατουμένου και τον χτυπούν στα πέλματα
In English
- phalanx ancient Greek military unit
Talk about this word "φάλαγγα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. φάλαγγα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1 "φάλαγγα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φάλαγγα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}