φανέλα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
φανέλα
- faˈne.la
Откуда оно
φανέλα < (άμεσο δάνειο) βενετική fanela < ιταλική flanella (με ανομοίωση του πρώτου [l]) < γαλλική flanelle < αγγλική flannel < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
существительное φανέλα · φανέλες · φανέλας · φανελών
- είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
- ανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα
- η ομάδα ※ Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός είχε αγωνιστεί και στο παρελθόν με τη φανέλα του Λεβαδειακού, όταν τη διετία 2021-2023 ήταν δανεικός από τον ΠΑΟΚ.
По-английски
Обсудить это слово "φανέλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. φανέλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1 "φανέλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {φανέλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}