φαντασιόπληκτος

Ελληνικά · Synonyme und Gegenwörter

AI Einfach erklärt

Eine kurze Erklärung wird geschrieben…

Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.

φαντασιόπληκτος

Woher es kommt

φαντασιόπληκτος < ελληνιστική κοινή φαντασιοπλήκτως + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική φαντασία + -πληκτος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Adjektiv φαντασιόπληκτος · φαντασιόπληκτη · φαντασιόπληκτο · φαντασιόπληκτου · φαντασιόπληκτης

  1. που διαρκώς ή συχνά φαντάζεται διάφορα πράγματα, τα οποία στη συνέχεια όμως θεωρεί πραγματικά, που είναι θύμα της φαντασίας του, πλήττεται από αυτήν

Ähnlich: φαντασιοκόπος, ονειροπαρμένος

Synonyme und Gegenwörter

Auf Englisch

Über dieses Wort sprechen

Zitieren
MLA

"φαντασιόπληκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαντασιόπληκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"φαντασιόπληκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαντασιόπληκτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}