φεγγάρι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φεγγάρι

  • feŋˈɡa.ɾi

Where it comes from

φεγγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεγγάρι(ν) < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος

noun φεγγάρι · φεγγάρια · φεγγαριού · φεγγαριών

  1. δορυφόρος το ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη

    Similar: Σελήνη

  2. broadly, κατ’ επέκταση το φως που προέρχεται από το φεγγάρι

    Similar: φέγγος

  3. δορυφόρος δορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια: τον Φόβο και τον Δείμο.
  4. ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 29 μέρες)
  5. κάποτε ※ ...ένα φεγγάρι είχαμε κάνει και λίγο παρέα. Τον είχα φιλέψει μάλιστα σπίτι μου, όπου λόγω καλοκαιριού υπήρχε και επιδόρπιο, το λεγόμενο χουσάφι. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Έξι φορές η τύχη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 74)

In English

  • moon the natural satellite of planet Earth
  • Moon sole natural satellite of the Earth

Talk about this word

Cite this
MLA

"φεγγάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φεγγάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"φεγγάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φεγγάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}