φιλολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλολογία

Where it comes from

φιλολογία < αρχαία ελληνική φιλολογία < φιλόλογος

noun φιλολογία · φιλολογίες · φιλολογίας · φιλολογιών

  1. η επιστήμη που μελετά σε πανεπιστημιακό επίπεδο τη λογοτεχνία, τη γλώσσα, τα γραπτά μνημεία παλαιότερων εποχών αλλά και τα σημαντικά από τα σύγχρονα, αυτά που έχουν ξεχωρίσει
  2. η λογοτεχνία συνολικά ενός λαού, το σύνολο των γραπτών κυρίως έργων ενός έθνους (γαλλική φιλολογία, αγγλική φιλολογία κ.λπ.)
  3. τα κείμενα που συνιστούν το σώμα γνώσεων ενός κλάδου ή τομέα σκέψης (ιατρική φιλολογία, μαρξιστική φιλολογία)
  4. η φλυαρία Δεν παρατάτε τις φιλολογίες να κάνουμε και καμιά δουλειά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"φιλολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}