φιλότιμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλότιμο

  • fiˈlo.ti.mo

Where it comes from

φιλότιμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φιλότιμος. Δείτε και την (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φιλότιμον (γενναιοδωρία) < αρχαία ελληνική φιλέω + τιμή

noun φιλότιμο · φιλότιμα · φιλότιμου · φιλότιμων

  1. ευσυνειδησία και υψηλό αίσθημα καθήκοντος και αξιοπρέπειας, ευαισθησία στην εικόνα που δίνεται προς την κοινωνία Το φιλότιμο είναι το χαρακτηριστικό εκείνου που είναι συχνά υπέρ το δέον συνεπής προς τις υποχρεώσεις του, που πρόθυμα εκτελεί τα καθήκοντά του, με ευσυνειδησία, εκείνου που δεν θέλει να δίνει δικαιώματα να θιγεί η τιμή και η υπόληψή του, αξιοπρέπεια, τιμή, περηφάνια, καλώς εννοούμενος εγωισμός

Similar: αυτοσεβασμός, ευθιξία, ευσυνειδησία, φιλοτιμία, οχαδερφισμού · Opposite: αναισθησία, αφιλοτιμία

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλότιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλότιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"φιλότιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλότιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}