φούρναρης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φούρναρης¹
- ˈfuɾ.na.ɾis
Where it comes from
φούρναρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φουρνάρης με αναβιβασμό του τόνου < υστερολατινική furnarius < λατινική furnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gwher
noun φούρναρης · φουρνάρηδες · φουρναραίοι · φούρναρη · φούρναρηδων · φουρναραίων
- επαγγελματίας που παρασκευάζει και πωλεί ψωμί· ιδιοκτήτης ενός φούρνου (κατάστημα) ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες σ
Φούρναρης²
Where it comes from
Φούρναρης <→ λείπει η ετυμολογία
proper noun Φούρναρης · Φουρναραίοι · Φούρναρη · Φουρναραίων · Φουρναραίους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
- baker person who bakes and sells bread, etc
Talk about this word "φούρναρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φούρναρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82 "φούρναρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φούρναρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}