φράζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φράζω

Where it comes from

φράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω με μεταπλασμό κατά το έσταξα - στάζω. Διαφορετική η ρίζα του αρχαιοελληνικού φράζω. Δε σχετίζονται ετυμολογικά οι λέξεις φράξια, φρακάρω

verb φράζω · έφραζα · θα φράζω · να φράζω · φράζοντας

  1. εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο) η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο
  2. εμποδίζω τη θέα, την ορατότητα ※ Η ομίχλη φεύγει ασταμάτητα, ώσπου χάνεται στο βάθος του τοπίου ανάμεσα στα βουνά που φράζουν τον ορίζοντα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)
  3. κλείνω γύρω γύρω μια έκταση
  4. πληροφορική επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο
  5. intransitive, transitive, μεταβατικό και αμετάβατο βουλώνω του έφραξε το στόμα με ένα μαντίλι

Similar: εμφράσσω · Opposite: αποφράζω, αποφράσσω, ξεβουλώνω

Thesaurus

In English

  • clog to block or slow passage through
  • fence to enclose by building a fence

Talk about this word

Cite this
MLA

"φράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"φράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φράζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}