φρέσκο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φρέσκο¹

  • ˈfɾe.sko

Where it comes from

φρέσκο < παλαιά (άμεσο δάνειο) ιταλική fresco (δροσερό, νωπό, φρέσκο, νωπογραφία)

noun φρέσκο

  1. ζωγραφική, αγιογραφία η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο
  2. ζωγραφική, αγιογραφία η τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει (επειδή στην τοιχογραφία διατηρούνται περισσότερο τα χρώματα, όσο ο τοίχος είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός) Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό

noun φρέσκο

  1. figuratively, slang, μεταφορικά, αργκό η φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο) τον έβαλαν στο φρέσκο

    Similar: στενή

adjective φρέσκο

  1. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φρέσκος

Φρέσκο²

Where it comes from

Φρέσκο < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Φρέσκο · Fresko

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Talk about this word

Cite this
MLA

"φρέσκο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φρέσκο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF

Chicago

"φρέσκο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φρέσκο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}