φτωχός

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

φτωχός¹

  • ftoˈxos

Nó đến từ đâu

φτωχός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτωχός < πτωχός με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτωχός (ζητιάνος)

:* και (ουσιαστικοποιημένο)

tính từ φτωχός · φτωχή · φτωχιά · φτωχό · φτωχού · φτωχής

  1. που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δε διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το
  2. που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και σε δεινή οικονομική κατάσταση Τι να σου κάμει κι αυτός, ο φτωχός, αφού από τότε που έχασε τη γυναίκα του τρέχει και δε φτάνει με τέσσερα παιδιά.
  3. feminine, noun, μόνο, φτωχή ευτελής (για αντικείμενα) ή του τσιγγούνικος (για εκδηλώσεις) Φτωχή διοργάνωση, βρε παιδί μου. Μέτριος ο μπουφές, δεν είχαν ούτε καν λίγη ζωντανή μουσική και έδιναν την εντύπωση ότι κανείς δε συντόνιζε το παραμικρό.

Tương tự: πένης, ενδεής, άπορος, αδέκαρος, άφραγκος · Trái nghĩa: πλούσιος, ευκατάσταστος

danh từ φτωχός · φτωχή · φτωχιά · φτωχό · φτωχού · φτωχής

  1. αυτός που είναι φτωχός

Φτωχός²

Nó đến từ đâu

Φτωχός < → λείπει η ετυμολογία

danh từ riêng Φτωχός · Φτωχοί · Φτωχού · Φτωχών · Φτωχό · Φτωχούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

Bằng tiếng Anh

  • poor with few or no possessions or money

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"φτωχός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φτωχός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CF%8C%CF%82

Chicago

"φτωχός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτωχός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}