φυσιογνωμική

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

φυσιογνωμική

Откуда оно

φυσιογνωμική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου φυσιογνωμικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική physiognomonie)

существительное φυσιογνωμική · φυσιογνωμικές · φυσιογνωμικής · φυσιογνωμικών

  1. neologism, νεολογισμός μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα κάποιου από τη μελέτη των αναλογιών του προσώπου και άλλων εξωτερικών / εμφανισιακών χαρακτηριστικών

прилагательное φυσιογνωμική · φυσιογνωμικές · φυσιογνωμικής · φυσιογνωμικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιογνωμικός

По-английски

  • physiognomy art or pseudoscience of deducing the character or personality from the bodily ap

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"φυσιογνωμική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φυσιογνωμική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"φυσιογνωμική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φυσιογνωμική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}