φως

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φως¹

  • ˈfos

Where it comes from

φως < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φῶς / φάος

noun φως

  1. ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό Φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως.

    Opposite: σκοτάδι

  2. broadly, κατ’ επέκταση η όραση χάνω το φως μου
  3. σκευή τεχνικού φωτισμού Πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα!
  4. ηλεκτρικό ρεύμα Μας κόψανε το φως.
  5. λογαριασμός εταιρίας παροχής ηλεκτρισμού Ήρθε το φως και δεν έχω να το πληρώσω!
  6. πληροφόρηση, γνώση Μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
  7. δημοσιότητα Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής.
  8. έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης Μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ.
  9. η ελπίδα Δίνει κάποιο φως αυτή η προοπτική.

Φως²

Where it comes from

Φως < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Φως

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82

Chicago

"φως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φως},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}