φως
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φως¹
- ˈfos
Where it comes from
φως < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φῶς / φάος
noun φως
-
ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό
Φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως.
Opposite: σκοτάδι
- η όραση χάνω το φως μου
- σκευή τεχνικού φωτισμού Πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα!
- ηλεκτρικό ρεύμα Μας κόψανε το φως.
- λογαριασμός εταιρίας παροχής ηλεκτρισμού Ήρθε το φως και δεν έχω να το πληρώσω!
- πληροφόρηση, γνώση Μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
- δημοσιότητα Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής.
- έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης Μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ.
- η ελπίδα Δίνει κάποιο φως αυτή η προοπτική.
Φως²
Where it comes from
Φως < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Φως
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "φως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. φως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82 "φως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φως},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}