σκοτάδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκοτάδι

  • skoˈta.ði

Where it comes from

σκοτάδι < Συγχρονικά αναλύεται σε σκότος + -άδι.

noun σκοτάδι · σκοτάδια · σκοταδιού · σκοταδιών

  1. η έλλειψη ή η απουσία φωτός ※ Ὁ πειραιώτης φαντάρος λοιπόν, βρῆκε τρόπο νὰ ἐκπορθεῖ χωρὶς αἷμα αὐτὰ τὰ παρατηρητήρια. Ἤξερε πόσο οἱ ἰταλοὶ συγκινοῦνται ὅταν ἀκοῦνε βέλασμα γιδιοῦ ἢ προβάτου. Καὶ ἤξερε ἀκόμα νὰ παρασταίνει περίφημα τὸ βέλασμα αὐτό. Ὅτὰν λοιπὸν τὸν βοηθοῦσε τὸ σκοτάδι, πλησίαζε βελάζοντας τὴν ἐχθρικὴ θέση. Οἱ Ἰτ
  2. figuratively, μεταφορικά η πολύ μεγάλη άγνοια
  3. figuratively, μεταφορικά η περίοδος όπου κυριαρχεί ο φόβος, η δουλεία

Similar: σκότος, σκοτεινιά

Thesaurus

In English

  • dark a complete or partial absence of light
  • darkness state of being dark

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκοτάδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκοτάδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9

Chicago

"σκοτάδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκοτάδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}