φόρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φόρος¹
- ˈfo.ɾos
Where it comes from
φόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρος < φέρω
noun φόρος · φόροι · φόρου · φόρων · φόρο · φόρους
- άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς φορολογίας Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
- έμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
- οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του Κράτη φόρου υποτελή
- απόδοση (σε εκφράσεις) φόρος τιμής
Φόρος²
Where it comes from
Φόρος < φόρος
proper noun Φόρος · Φόροι · Φόρου · Φόρων · Φόρο · Φόρους
- ανδρικό όνομα, υποκοριστικό του Ελπιδοφόρος
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Φόρου)
In English
- tax money paid to the government
Talk about this word "φόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. φόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82 "φόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φόρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}