φόρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φόρος¹

  • ˈfo.ɾos

Where it comes from

φόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρος < φέρω

noun φόρος · φόροι · φόρου · φόρων · φόρο · φόρους

  1. οικονομία άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς φορολογίας Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
  2. οικονομία έμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
  3. οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του Κράτη φόρου υποτελή
  4. figuratively, μεταφορικά απόδοση (σε εκφράσεις) φόρος τιμής

Φόρος²

Where it comes from

Φόρος < φόρος

proper noun Φόρος · Φόροι · Φόρου · Φόρων · Φόρο · Φόρους

  1. ανδρικό όνομα, υποκοριστικό του Ελπιδοφόρος
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Φόρου)

In English

  • tax money paid to the government

Talk about this word

Cite this
MLA

"φόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"φόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φόρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}