φύλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φύλο
- ˈfi.lo
Where it comes from
φύλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φῦλον < φύω
:* για την ταξινομική βαθμίδα > • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun φύλο · φύλα · φύλου · φύλων
- το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
- τα γεννητικά όργανα
- σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή
- ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την οικογένεια και ανώτερη του είδους ※ Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμο
In English
Talk about this word "φύλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. φύλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BF "φύλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φύλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}