φύση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φύση

  • ˈfi.si

Where it comes from

φύση < αρχαία ελληνική φύσις < φύω - φύομαι(φυτρώνω, βλασταίνω)

:* σημασία «χαρακτήρας ανθρώπου» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nature

noun φύση · φύσεις · φύσης · φύσεων

  1. ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου. Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.
  2. μέρος της επιφάνειας του πλανήτη Γη όπου δεν έχει παρέμβει ή εγκατασταθεί ο άνθρωπος άγρια φύση, η ομορφιά της φύσης
  3. το ποιόν, η φτιασιά, ο βαθύτερος και ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή πράγματος η θνητή φύση του ανθρώπου
  4. ευφημισμός τα γεννητικά όργανα

In English

  • nature the natural world and its order

Talk about this word

Cite this
MLA

"φύση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φύση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7

Chicago

"φύση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φύση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}