φύση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φύση
- ˈfi.si
Where it comes from
φύση < αρχαία ελληνική φύσις < φύω - φύομαι(φυτρώνω, βλασταίνω)
:* σημασία «χαρακτήρας ανθρώπου» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nature
noun φύση · φύσεις · φύσης · φύσεων
- ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου. Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.
- μέρος της επιφάνειας του πλανήτη Γη όπου δεν έχει παρέμβει ή εγκατασταθεί ο άνθρωπος άγρια φύση, η ομορφιά της φύσης
- το ποιόν, η φτιασιά, ο βαθύτερος και ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή πράγματος η θνητή φύση του ανθρώπου
- τα γεννητικά όργανα
In English
- nature the natural world and its order
Talk about this word "φύση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. φύση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7 "φύση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φύση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}