χαρτί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαρτί

  • xaɾˈti

Where it comes from

χαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης)

:* για το τραπουλόχαρτο < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική carte

noun χαρτί · χαρτιά · χαρτιού · χαρτιών

  1. λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
  2. figuratively, μεταφορικά το πολύ λευκό ύφασμα
  3. familiar, οικείο επίσημο έγγραφο
  4. figuratively, μεταφορικά το χρήμα ※ Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουντζουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.
  5. χαρτοπαίγνιο το τραπουλόχαρτο έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!

    Similar: φύλλο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαρτί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαρτί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF

Chicago

"χαρτί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαρτί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}