χαρτί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαρτί
- xaɾˈti
Where it comes from
χαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης)
:* για το τραπουλόχαρτο < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική carte
noun χαρτί · χαρτιά · χαρτιού · χαρτιών
- λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
- το πολύ λευκό ύφασμα
- επίσημο έγγραφο
- το χρήμα ※ Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουντζουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.
-
το τραπουλόχαρτο
έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!
Similar: φύλλο
In English
Talk about this word "χαρτί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. χαρτί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF "χαρτί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαρτί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}