χεριά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χεριά
- çeɾˈʝa
Sounds like χέρια
Where it comes from
χεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χερέα με συνίζηση
noun χεριά · χεριές · χεριάς · χεριών
- μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
- τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
- τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
- ξυλιά Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό
In English
- hand that which is, or may be, held in a hand at once
Talk about this word "χεριά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. χεριά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC "χεριά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χεριά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}