χεριά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χεριά

  • çeɾˈʝa

Sounds like χέρια

Where it comes from

χεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χερέα με συνίζηση

noun χεριά · χεριές · χεριάς · χεριών

  1. λαϊκότροπο και μάλλον παρωχημένο μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
  2. λαογραφία τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
  3. λαογραφία τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
  4. idiomatic, ιδιωματικό ξυλιά Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό

In English

  • hand that which is, or may be, held in a hand at once

Talk about this word

Cite this
MLA

"χεριά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χεριά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC

Chicago

"χεριά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χεριά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}