χνούδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χνούδι
- ˈxnu.ði
Where it comes from
χνούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χνούδι(ν) < (ελληνιστική κοινή) *χνούδιον < αρχαία ελληνική χνόος / χνοῦς
noun χνούδι · χνούδια · χνουδιού · χνουδιών
-
μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος
Similar: πέλος
- προεξέχουσες στη επιφάνεια ένδυμάτων (κυρίως πλεκτών) ίνες, που εμφανίζονται εξαιτίας της παλαιότητας, της συχνής χρήσης ή της κακής ποιότητας του ενδύματος
- λεπτό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνεια του δέρματος ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών
-
λεπτό τρίχωμα που φύεται στο πρόσωπο εφήβων
Similar: ίουλος
-
λεπτό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα νεοσσών
Similar: πτίλωμα
- λεπτό τρίχωμα που καλύπτει τους καρπούς και τα φύλλα κάποιων φυτών
In English
Talk about this word "χνούδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. χνούδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9 "χνούδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χνούδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}