χνούδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χνούδι

  • ˈxnu.ði

Where it comes from

χνούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χνούδι(ν) < (ελληνιστική κοινή) *χνούδιον < αρχαία ελληνική χνόος / χνοῦς

noun χνούδι · χνούδια · χνουδιού · χνουδιών

  1. μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος

    Similar: πέλος

  2. προεξέχουσες στη επιφάνεια ένδυμάτων (κυρίως πλεκτών) ίνες, που εμφανίζονται εξαιτίας της παλαιότητας, της συχνής χρήσης ή της κακής ποιότητας του ενδύματος
  3. ανατομία λεπτό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνεια του δέρματος ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών
  4. ανατομία λεπτό τρίχωμα που φύεται στο πρόσωπο εφήβων

    Similar: ίουλος

  5. λεπτό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα νεοσσών

    Similar: πτίλωμα

  6. βοτανική λεπτό τρίχωμα που καλύπτει τους καρπούς και τα φύλλα κάποιων φυτών

In English

  • down soft hair of the face
  • nap a soft or fuzzy surface on fabric or leather
  • fluff light fur etc

Talk about this word

Cite this
MLA

"χνούδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χνούδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9

Chicago

"χνούδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χνούδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}