χρίσμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χρίσμα

  • ˈxɾi.zma

Where it comes from

χρίσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρῖσμα (αρχαία σημασία: αλοιφή) < χρίω

noun χρίσμα · χρίσματα · χρίσματος · χρισμάτων

  1. εκκλησιαστικός όρος εκκλησιαστικό μυστήριο στο οποίο, αμέσως μετά το βάπτισμα, ο ιερέας με άγιο μύρο σημειώνει το σημείο του σταυρού στον βαπτιζόμενο

    Similar: μύρωμα

  2. εκκλησιαστικός όρος μείγμα ελαίου από πολλά (57) φυτά και αρωματικές ουσίες, το οποίο παρασκευάζεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και αποστέλλεται στις ορθόδοξες εκκλησίες για την τέλεση του σχετικού μυστηρίου

    Similar: άγιο, μύρο

  3. figuratively, συνεκδοχικά οτιδήποτε αλείφεται σε μια επιφάνεια άλλες μορφές: χρίση

    Similar: άλειμμα, επικάλυψη, επάλειψη, επίχριση

  4. figuratively, μεταφορικά η απονομή επίσημου τίτλου ή ιδιότητας

    Similar: αναγόρευση, αναγνώριση, ανάδειξη, ανακήρυξη

In English

  • unction religious or ceremonial anointing

Talk about this word

Cite this
MLA

"χρίσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χρίσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"χρίσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρίσμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}