χτύπημα

Ελληνικά · Sinonimi e contrari

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

χτύπημα

  • ˈxti.pi.ma

Da dove viene

χτύπημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτύπημα (κρότος, θόρυβος) με ανομοίωση [kt] > [xt] < κτυπέω / κτυπῶ < κτύπος

sostantivo χτύπημα · χτυπήματα · χτυπήματος · χτυπημάτων

  1. η άσκηση δύναμης σε κάποιον ή κάτι
  2. broadly, κατ’ επέκταση το σημάδι που αφήνει η ως άνω άσκηση δύναμης
  3. η επίθεση

    Simili: κατραπακιά

  4. ο τραυματισμός ※ Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμά
  5. το ανακάτεμα
  6. ρυθμική επαναλαμβανόμενη διαδικασία με πρόκληση ήχου άλλες μορφές: χτύπος, κτύπος
  7. το άγγιγμα ή η κρούση κάποιου πράγματος με την ταυτόχρονη πρόκληση ήχου το χτύπημα του κουδουνιού
  8. figuratively, μεταφορικά η πρόκληση βλάβης, αρρώστιας ή δυστυχίας
  9. figuratively, μεταφορικά η αντιμετώπιση μιας άσχημης κατάστασης

In inglese

  • blow instance of the act of striking or hitting
  • strike physical blow
  • chop blow with an axe or similar utensil

Parla di questa parola

Cita
MLA

"χτύπημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χτύπημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"χτύπημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χτύπημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}