χτύπημα
Ελληνικά · Sinonimi e contrari
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
χτύπημα
- ˈxti.pi.ma
Da dove viene
χτύπημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτύπημα (κρότος, θόρυβος) με ανομοίωση [kt] > [xt] < κτυπέω / κτυπῶ < κτύπος
sostantivo χτύπημα · χτυπήματα · χτυπήματος · χτυπημάτων
- η άσκηση δύναμης σε κάποιον ή κάτι
- το σημάδι που αφήνει η ως άνω άσκηση δύναμης
-
η επίθεση
Simili: κατραπακιά
- ο τραυματισμός ※ Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμά
- το ανακάτεμα
- ρυθμική επαναλαμβανόμενη διαδικασία με πρόκληση ήχου άλλες μορφές: χτύπος, κτύπος
- το άγγιγμα ή η κρούση κάποιου πράγματος με την ταυτόχρονη πρόκληση ήχου το χτύπημα του κουδουνιού
- η πρόκληση βλάβης, αρρώστιας ή δυστυχίας
- η αντιμετώπιση μιας άσχημης κατάστασης
In inglese
Parla di questa parola "χτύπημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. χτύπημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "χτύπημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {χτύπημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}