χώρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χώρος
- ˈxo.ɾos
Sounds like χορός
Where it comes from
χώρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χῶρος (δείτε και χώρα)
:* για τον επαγγελματικό χώρο & μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική espace ή από την αγγλική domain
noun χώρος · χώροι · χώρου · χώρων · χώρο · χώρους
- ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
- οποιαδήποτε τρισδιάστατη έκταση
- τόπος για συγκεκριμένη χρήση, όπως κτίριο, δωμάτιο, οικόπεδο κ.λπ. ※ «Ο χώρος αφηγείται». Με τον ίδιο τρόπο που αφηγούνται και τα άλλα στοιχεία της ταινίας του. Είναι ένα στοιχείο ισοδύναμο με τους ηθοποιούς, ισοδύναμο με το διάλογο. Γι' αυτό και το ρεπεράζ (η αναζήτηση των χώρων) είναι πολύ σημαντικό για κείνον. (Κωνσταντίνος Α. Θέμελης, Θόδωρος Αγγελόπουλος το πα
- ο τόπος όπου κάτι ζει, υπάρχει ή διεξάγεται
- το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου
In English
- room space
- space physical extent in two or three dimensions
- real estate space used for a particular purpose
- site place where anything is fixed; situation; local position
Talk about this word "χώρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. χώρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82 "χώρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χώρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}