ψείρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψείρα¹
Where it comes from
ψείρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψεῖρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα), με παρετυμολογική σύνδεση του μεσαιωνικού προς το ψύλλα, ψύλλος < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό)
noun ψείρα · ψείρες · ψείρας · ψειρών
- άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων ※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενι
- τα πολύ μικρά γράμματα Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
- ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.
- πολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό)
- κοκαλάκι για τα μαλλιά, συνώνυμο του κλάμερ
Similar: φτείρα
Ψείρα²
Where it comes from
Ψείρα < γενική ενικού του αρσενικού Ψείρας
proper noun Ψείρα · Psira
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψείρας
Thesaurus
noun
Similar: φτείρα
In English
- louse an insect of the order Psocodea
Talk about this word "ψείρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ψείρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1 "ψείρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψείρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}