ψείρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψείρα¹

Where it comes from

ψείρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψεῖρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα), με παρετυμολογική σύνδεση του μεσαιωνικού προς το ψύλλα, ψύλλος < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό)

noun ψείρα · ψείρες · ψείρας · ψειρών

  1. έντομο άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων ※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενι
  2. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό, μ ψείρες τα πολύ μικρά γράμματα Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
  3. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό, ψείρες ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.
  4. figuratively, μεταφορικά πολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό)

    Similar: κάψα, πέτο

  5. figuratively, μεταφορικά, κομμωτική κοκαλάκι για τα μαλλιά, συνώνυμο του κλάμερ

Similar: φτείρα

Ψείρα²

Where it comes from

Ψείρα < γενική ενικού του αρσενικού Ψείρας

proper noun Ψείρα · Psira

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψείρας

Thesaurus

noun

Similar: φτείρα

In English

  • louse an insect of the order Psocodea

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψείρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψείρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1

Chicago

"ψείρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψείρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}