ψηλός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψηλός¹
- psiˈlos
Where it comes from
ψηλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψηλός < αρχαία ελληνική ὑψηλός < ὕψος. Παραβάλετε υψηλός.
adjective ψηλός · ψηλή · ψηλό · ψηλού · ψηλής
- που έχει μεγάλο ανάστημα
- που έχει μεγάλο ύψος ※ Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015
Opposite: κοντός
Ψηλός²
Where it comes from
Ψηλός < ψηλός
proper noun Ψηλός · Ψηλοί · Ψηλού · Ψηλών · Ψηλό · Ψηλούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Opposite: κοντός
In English
Talk about this word "ψηλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ψηλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82 "ψηλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψηλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}