κοντός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοντός¹

  • ko(n)ˈdos

Where it comes from

κοντός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοντός (βραχύσωμος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική court < αρχαία ελληνική ὁ κοντός (κοντάρι). Παραβάλετε το επίθετο κρύος < αρχαίο ουσιαστικό τὸ κρύος.

adjective κοντός · κοντή · κοντό · κοντού · κοντής

  1. για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον που έχει μικρό ανάστημα ≈ συνώνυμα: βραχύσωμος
  2. για αντικείμενο που έχει μικρό ύψος ≠ αντώνυμα: ψηλός
  3. για αντικείμενο που έχει μικρό μήκος ≈ συνώνυμα: βραχύς

Similar: βραχύσωμος, κοντακιανός, κοντοκλότσης, κοντόπαχος, κοντοπίθαρος, κοντορεβιθούλης, κοντοστούμπης, κοντοστούπης, κοντόσωμος, κοντούλης, κοντόχοντρος, μικρόσωμος, νάνος, πυγμαίος, σβέντζος, σπιθαμιαίος, τζουτζές, τσουτσέκι, φασουλής, χαμοκλαδάκιας

noun κοντός · κοντή · κοντό · κοντού · κοντής

  1. formal, λόγιο το κοντάρι

Κοντός²

Where it comes from

Κοντός < κοντός

proper noun Κοντός · Κοντοί · Κοντού · Κοντών · Κοντό · Κοντούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • low small in height
  • short having a small distance between ends or edges

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοντός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοντός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"κοντός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοντός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}