ωθώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ωθώ
- oˈθo
Where it comes from
ωθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὠθῶ, συνηρημένος τύπος του ὠθέω < ἔθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
:* η μεταφορική σημασία: «οδηγώ κάποιον να» < σημασιολογικό δάνειο από τη νέα ελληνική σπρώχνω ή γαλλική pousser
verb ωθώ · ώθησα · ωθούμαι · ωθούμενος · ωθήθηκα · ωθημένος
- σπρώχνω Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα
- σπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια Η διδασκαλία του με ώθησε να επιλέξω τη φυσική σαν αντικείμενο των σπουδών μου.
Similar: σπρώχνω, σκουντώ, προτρέπω, παροτρύνω, επισπεύδω · Opposite: έλκω, τραβώ, σύρω, εμποδίζω
Thesaurus
Talk about this word "ωθώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%B8%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. ωθώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%B8%CF%8E "ωθώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%B8%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ωθώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%B8%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}