ωραίος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ωραίος

  • oˈɾe.os

Where it comes from

ωραίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡραῖος (όμορφος) < αρχαία σημασία: αυτός που είναι στην ώρα του, στην κατάλληλη στιγμή < ὥρα + κατάληξη -ιος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική beau

adjective ωραίος · ωραία · ωραίο · ωραίου · ωραίας

  1. που έχει αρεστά χαρακτηριστικά

    Similar: ευειδής, καλλίγραμμος, κομψός, όμορφος

  2. που προκαλεί ευχάριστη αίσθηση

    Similar: φίνος

  3. που προκαλεί θαυμασμό ή ενδιαφέρον
  4. που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες
  5. για τον καιρό, καιρικές συνθήκες που είναι ευχάριστος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ωραίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ωραίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

Chicago

"ωραίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ωραίος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}