ύδωρ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύδωρ

  • ˈi.ðoɾ

Where it comes from

ύδωρ < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ὕδωρ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική eau (π.χ. eau lourde > βαρύ ύδωρ). Παραβάλετετσακωνική ύο.

noun ύδωρ

  1. archaic, αρχαιοπρεπές το νερό, υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο στη φυσική κατάσταση, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο (χημικός τύπος: H₂O) ※ Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σ

In English

  • water inorganic compound H₂O

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύδωρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%89%CF%81. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ύδωρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%89%CF%81

Chicago

"ύδωρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%89%CF%81.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύδωρ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%89%CF%81},
  urldate = {2026-11-06}
}