ύψος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ύψος¹
- ˈi.psos
Where it comes from
ύψος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὕψος
: για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hauteur
noun ύψος · ύψη · ύψους · υψών
- η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
-
το μήκος του ανθρώπινου σώματος
Similar: ανάστημα
- η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
- το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
- τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα
Ύψος²
Where it comes from
Ύψος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ύψος · Ύψου · Ypsos
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ύψος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ύψος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82 "ύψος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ύψος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}