ύψος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύψος¹

  • ˈi.psos

Where it comes from

ύψος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὕψος

: για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hauteur

noun ύψος · ύψη · ύψους · υψών

  1. διαστάσεις η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
  2. το μήκος του ανθρώπινου σώματος

    Similar: ανάστημα

  3. γεωμετρία η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
  4. το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
  5. figuratively, μεταφορικά τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα

Ύψος²

Where it comes from

Ύψος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ύψος · Ύψου · Ypsos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • altitude distance measured upwards
  • pitch perceived frequency of a sound or note
  • height distance from bottom to top

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύψος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ύψος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82

Chicago

"ύψος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύψος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}