ώμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ώμος
- ˈo.mos
Sounds like ωμός
Where it comes from
ώμος < μεσαιωνική ελληνική νῶμος (από τη σύνδεση άρθρου και λέξης, δηλαδή τονώμο= νῶμο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὦμος
noun ώμος · ώμοι · ώμου · ώμων · ώμο · ώμους
- το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα#: ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- η άρθρωση του βραχίονα προς το οστό της ωμοπλάτης
- το τμήμα του ρούχου που εφάπτεται σε αυτήν την περιοχή του σώματος το πουκάμισο θέλει σιδέρωμα στον ώμο
In English
- shoulder joint between arm and torso
Talk about this word "ώμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ώμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CE%BC%CE%BF%CF%82 "ώμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ώμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}