ώρες
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Ώρες¹
Where it comes from
Ώρες, ώρες. πληθυντιικός του ώρα.
: για τη μυθολογία: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ὧραι, πληθυντικός του ὥρα
: για την αγγλική ταινία: μετάφραση για την αγγλικά hours, πληθυντικός του hour (ώρα)
proper noun Ώρες · Ωρών
- θεότητες, η Θαλλώ, η Αυξώ και η Καρπώ, κόρες του Δία και της Θέμιδας, αδελφές των Μοιρών και ρυθμιστικές των εποχών. Ο Ησίοδος αναφέρει ως Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την Ειρήνη, ως ρυθμιστικές της κοινωνικής ζωής. Στο Άργος αναφέρονται δύο Ώρες (για δύο εποχές) η Δαμία και η Αυξησία.
- δώδεκα μυθολογικές θεότητες (Αυγή, Γυμναστική, Άρκτος και άλλες) υπεύθυνες η κάθε μία για την αντίστοιχη (τότε) υποδιαίρεση των ωρών της ημέρας
- εκκλησιαστικός όρος για ακολουθίες έψαλλαν τις 'Ωρες του μεσονυκτίου
- τίτλος αγγλικής ταινίας του 2002, βραβευμένη με Όσκαρ «Η ταινία Οι Ώρες» (The Hours) αφηγείται τη ζωή τής Βιρτζίνια Γουλφ και δύο άλλων γυναικών.
ώρες²
Where it comes from
ώρες < αρχαία ελληνική αἱ Ὧραι
noun ώρες
- με κεφαλαίο (δείτε Ώρες)
- με πεζό οι εποχές στην αρχαιότητα
noun ώρες
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώρα
In English
- Horae Greek goddesses of the seasons and the natural portions of time
Talk about this word "ώρες." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ώρες. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82 "ώρες." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ώρες},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}