ώριμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ώριμος

Where it comes from

ώριμος < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὥρα (εποχή)

adjective ώριμος · ώριμη · ώριμο · ώριμου · ώριμης

  1. για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος ※ Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
  2. για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά
  3. για τον πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληροί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ. ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο
  4. για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ. ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας

In English

  • ripe ready for reaping or gathering, of fruits and seeds
  • mature fully developed

Talk about this word

Cite this
MLA

"ώριμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ώριμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ώριμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ώριμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}