ώριμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ώριμος
Where it comes from
ώριμος < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὥρα (εποχή)
adjective ώριμος · ώριμη · ώριμο · ώριμου · ώριμης
- για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος ※ Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
- για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά
- για τον πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληροί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ. ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο
- για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ. ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας
In English
Talk about this word "ώριμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ώριμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "ώριμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ώριμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}