מיקווין

έρημος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

έρημος¹

  • ˈe.ɾi.mos

מאיפה זה בא

έρημος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔρημος

שם תואר έρημος · έρημη · έρημο · έρημου · έρημης

  1. που είναι απομακρυσμένος από τους άλλους Μετά το χωρισμό τους ζει μόνη κι έρημη.

    דומה: ακατοίκητος, απάτητος, απομονωμένος, ασύχναστος, εγκαταλελειμμένος, ερημικός, μόνος

  2. figuratively, μεταφορικά που συνάντησε μεγάλες δυστυχίες στη ζωή του Τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοκάνει ο έρημος; όπως του έρχονται τα πράγματα, τα παίρνει.

    דומה: άθλιος, δυστυχισμένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος

שם עצם έρημος · έρημη · έρημο · έρημου · έρημης

  1. γεωγραφία περιοχή στην οποία υπάρχει ξηρασία και σχεδόν καθόλου βλάστηση, λόγω των σπανιότατων βροχοπτώσεων που σημειώνονται εκεί Τα καραβάνια διέσχιζαν την έρημο Σαχάρα με καμήλες.
  2. figuratively, μεταφορικά απουσία κίνησης, δραστηριότητας Έρημος σήμερα το γραφείο, όλοι είχαν φύγει για το σαββατοκύριακο.

Έρημος²

מאיפה זה בא

Έρημος < έρημος

שם פרטי Έρημος · Erimos

  1. ανδρικό επώνυμο

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"έρημος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έρημος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"έρημος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έρημος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}