ήπιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ήπιος¹
- ˈi.pi.os
Where it comes from
ήπιος < αρχαία ελληνική ἤπιος
adjective ήπιος · ήπια · ήπιο · ήπιου · ήπιας
- που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις ※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- που δεν έχει ένα (αρνητικό) χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό ήπιος χειμώνας (που δεν χαρακτηρίζεται από πολύ κρύο και δεν έχει ακραία καιρικά φαινόμενα)
Ήπιος²
Where it comes from
Ήπιος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ήπιος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
In English
Talk about this word "ήπιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ήπιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82 "ήπιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ήπιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}